Κωνσταντίνος Ζαγανάς: Η εύρυθμη λειτουργία της σχολικής μονάδας και ο ρόλος των εμπλεκομένων
- μέγεθος γραμματοσειράς μείωση του μεγέθους γραμματοσειράς αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
- Κατηγορία Άρθρα
Το σχολείο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς κάθε οργανωμένης κοινωνίας.
Δεν είναι μόνο ο χώρος στον οποίο μεταδίδονται γνώσεις και καλλιεργούνται δεξιότητες, αλλά ένας σύνθετος κοινωνικός, παιδαγωγικός και πολιτισμικός οργανισμός. Στο εσωτερικό του συναντώνται μαθητές, εκπαιδευτικοί, διευθυντικά στελέχη, γονείς και άλλοι φορείς, ενώ παράλληλα το σχολείο λειτουργεί μέσα σε ένα ευρύτερο θεσμικό και κοινωνικό περιβάλλον.
Η εύρυθμη λειτουργία μιας σχολικής μονάδας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού έργου. Δεν ταυτίζεται, όμως, απλώς με την τήρηση του ωρολογίου προγράμματος, την εφαρμογή των κανονισμών ή την απουσία προβλημάτων και συγκρούσεων. Συνδέεται με τη δημιουργία ενός ασφαλούς, δημοκρατικού, συνεργατικού και παιδαγωγικά αποτελεσματικού περιβάλλοντος, στο οποίο κάθε μέλος της σχολικής κοινότητας γνωρίζει τον ρόλο και τις ευθύνες του και συμβάλλει στην επίτευξη κοινών στόχων.
Η εύρυθμη λειτουργία, επομένως, δεν είναι υπόθεση ενός μόνο προσώπου. Είναι αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας και προϋποθέτει σαφείς ρόλους, συνεργασία, επικοινωνία, αλληλοσεβασμό, δημοκρατική συμμετοχή και υποστήριξη από την Πολιτεία και την Κοινωνία.
Ο όρος «εύρυθμη λειτουργία» παραπέμπει σε μια κατάσταση κατά την οποία τα επιμέρους στοιχεία ενός οργανισμού λειτουργούν με τρόπο συντονισμένο, αποτελεσματικό και αρμονικό. Στην περίπτωση της σχολικής μονάδας αφορά τόσο τη διοικητική όσο και την παιδαγωγική, μαθησιακή και κοινωνική της λειτουργία.
Μια σχολική μονάδα λειτουργεί εύρυθμα όταν: διαθέτει σαφή οργάνωση και κατανομή αρμοδιοτήτων, εφαρμόζει το θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο, εξασφαλίζει ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για τους μαθητές, προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των εκπαιδευτικών, ενισχύει την επικοινωνία σχολείου και οικογένειας, αντιμετωπίζει έγκαιρα συγκρούσεις, προβλήματα συμπεριφοράς και φαινόμενα αποκλεισμού, αξιοποιεί δημιουργικά τους διαθέσιμους πόρους, αξιολογεί το εκπαιδευτικό έργο και αναζητά τρόπους βελτίωσής του και συνδέεται με την τοπική κοινωνία και τους κοινωνικούς φορείς.
Η αντίληψη για τη λειτουργία του σχολείου έχει μεταβληθεί σημαντικά μέσα στον χρόνο. Στο παραδοσιακό, περισσότερο συγκεντρωτικό σχολείο, η έμφαση δινόταν στην πειθαρχία, στην τήρηση των κανόνων, στην αυθεντία του εκπαιδευτικού και στη συμμόρφωση του μαθητή. Ο διευθυντής θεωρούνταν κυρίως διοικητικός προϊστάμενος, ενώ οι γονείς είχαν περιορισμένο ρόλο στην καθημερινή σχολική ζωή.
Σταδιακά, όμως, οι παιδαγωγικές αντιλήψεις μετατοπίστηκαν από το αυταρχικό και δασκαλοκεντρικό μοντέλο προς ένα περισσότερο δημοκρατικό και μαθητοκεντρικό σχολείο. Η ανάπτυξη των επιστημών της αγωγής και η αναγνώριση της σημασίας του κοινωνικού και συναισθηματικού περιβάλλοντος της μάθησης ανέδειξαν τη συνεργασία, τον διάλογο και τη συμμετοχή.
Παράλληλα, το σχολείο άρχισε να αντιμετωπίζεται όχι ως απομονωμένος μηχανισμός αλλά ως «ανοικτό σύστημα», το οποίο επηρεάζεται από την οικογένεια, την τοπική κοινωνία, την οικονομία, τον πολιτισμό και τις γενικότερες κοινωνικές εξελίξεις.
Ο διευθυντής αποτελεί κομβικό παράγοντα για την ομαλή λειτουργία του σχολείου. Ο ρόλος του δεν περιορίζεται στη διοικητική διεκπεραίωση. Είναι ταυτόχρονα οργανωτικός, παιδαγωγικός, συντονιστικός και ηγετικός. Ένας αποτελεσματικός διευθυντής οφείλει: να οργανώνει με σαφήνεια τη λειτουργία της σχολικής μονάδας, να κατανέμει αρμοδιότητες και να αξιοποιεί τις δυνατότητες του προσωπικού, να εφαρμόζει με συνέπεια το θεσμικό πλαίσιο, να δημιουργεί κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας, να ακούει τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και τους γονείς, να προλαμβάνει και να διαχειρίζεται συγκρούσεις, να ενθαρρύνει την ανάληψη πρωτοβουλιών και να συντονίζει τις δράσεις βελτίωσης.
Ο Σύλλογος Διδασκόντων αποτελεί τον πυρήνα της συλλογικής λειτουργίας του σχολείου. Η ποιότητα της συνεργασίας μεταξύ των εκπαιδευτικών επηρεάζει άμεσα το παιδαγωγικό κλίμα, την αντιμετώπιση των προβλημάτων και την ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου. Ο εκπαιδευτικός δεν είναι μόνο υπεύθυνος για τη δική του τάξη ή το δικό του μάθημα. Είναι μέλος μιας ευρύτερης επαγγελματικής κοινότητας. Απαραίτητα στοιχεία είναι: η συνεργασία, η ανταλλαγή εμπειριών, ο κοινός σχεδιασμός, η αλληλοϋποστήριξη, η κοινή αντιμετώπιση προβλημάτων, και η ανάληψη συλλογικών δράσεων.
Η οικογένεια αποτελεί τον πρώτο και σημαντικότερο φορέα κοινωνικοποίησης του παιδιού. Η σχέση της με το σχολείο μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη σχολική επίδοση, τη συμπεριφορά, τη συναισθηματική ανάπτυξη και τη στάση του μαθητή απέναντι στη μάθηση. Η συνεργασία γονέων και σχολείου πρέπει να βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και στην εμπιστοσύνη. Οι γονείς οφείλουν: να επικοινωνούν με τους εκπαιδευτικούς, να ενημερώνονται για την πορεία του παιδιού, να σέβονται τον παιδαγωγικό ρόλο του σχολείου, να συνεργάζονται στην αντιμετώπιση δυσκολιών, να ενθαρρύνουν τη συνέπεια και την υπευθυνότητα των παιδιών. Η συνεργασία αυτή, βέβαια, χρειάζεται σαφή όρια. Η συμμετοχή των γονέων είναι σημαντική, αλλά δεν μπορεί να μετατρέπεται σε παρέμβαση στη διδακτική ή παιδαγωγική αυτονομία του εκπαιδευτικού.
Ο Σύλλογος Γονέων λειτουργεί ως συλλογικός εκπρόσωπος των γονέων και μπορεί να αποτελέσει σημαντικό σύνδεσμο μεταξύ σχολείου και τοπικής κοινωνίας. Μπορεί να συμβάλλει: στη βελτίωση των υποδομών, στη διοργάνωση πολιτιστικών και κοινωνικών δράσεων, στην ενίσχυση της σχολικής ζωής, στην ανάδειξη προβλημάτων και στη δημιουργία δικτύων συνεργασίας με την τοπική κοινωνία. Η δράση του, όμως, πρέπει να είναι υποστηρικτική και συνεργατική και όχι ανταγωνιστική προς τη Διεύθυνση και τον Σύλλογο Διδασκόντων.
Η σχολική μονάδα δεν λειτουργεί αυτόνομα. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη διοικητική δομή, η οποία περιλαμβάνει τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, τους Συμβούλους Εκπαίδευσης, τις υπηρεσίες εκπαίδευσης και τα λοιπά αρμόδια στελέχη. Η Διοίκηση της Εκπαίδευσης έχει την ευθύνη να παρέχει: θεσμική καθοδήγηση, επιστημονική και παιδαγωγική υποστήριξη, διοικητική υποστήριξη, προσωπικό, πόρους, επιμόρφωση και μηχανισμούς επίλυσης προβλημάτων. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αποφυγή υπερβολικής γραφειοκρατίας. Η σχολική μονάδα πρέπει να διαθέτει χρόνο και ενέργεια για το βασικό της έργο, δηλαδή τη μάθηση και την παιδαγωγική υποστήριξη των μαθητών. Η ανάγκη μείωσης της γραφειοκρατίας και αποτελεσματικότερης διοικητικής λειτουργίας έχει αναδειχθεί και στον πρόσφατο δημόσιο σχεδιασμό για την εκπαίδευση.
Η Πολιτεία έχει την τελική ευθύνη για τη δημιουργία των προϋποθέσεων μέσα στις οποίες λειτουργεί το σχολείο. Οφείλει να εξασφαλίζει: επαρκή χρηματοδότηση, κατάλληλες και ασφαλείς υποδομές, επαρκές και κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό, σύγχρονα αναλυτικά προγράμματα, υποστήριξη της ειδικής αγωγής και της συμπερίληψης, ψυχοκοινωνική υποστήριξη, συνεχή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία και σταθερό και σαφές θεσμικό πλαίσιο.Η Πολιτεία δεν πρέπει να ζητά από το σχολείο να επιτύχει στόχους χωρίς να του παρέχει τα απαραίτητα μέσα.
Το σχολείο αποτελεί μέρος της κοινωνίας και οφείλει να βρίσκεται σε δημιουργική αλληλεπίδραση μαζί της. Δήμοι, πολιτιστικοί και αθλητικοί φορείς, πανεπιστήμια, κοινωνικές υπηρεσίες, επιστημονικοί φορείς και άλλοι οργανισμοί μπορούν να συμβάλουν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η σύνδεση σχολείου και κοινωνίας είναι ιδιαίτερα σημαντική σήμερα, καθώς οι μαθητές αντιμετωπίζουν ζητήματα που υπερβαίνουν τα παραδοσιακά όρια του σχολικού μαθήματος: ψηφιακή ζωή, κοινωνικές ανισότητες, περιβαλλοντικές προκλήσεις, παραπληροφόρηση, βία, διαφορετικότητα και ανάγκη ενεργού δημοκρατικής συμμετοχής.
Το σύγχρονο σχολείο καλείται να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον αυξημένων απαιτήσεων. Η μετάδοση γνώσεων εξακολουθεί να αποτελεί βασική αποστολή, αλλά πλέον δεν αρκεί. Το σχολείο καλείται να καλλιεργήσει κριτική σκέψη, ψηφιακές δεξιότητες, κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες, δημοκρατική συνείδηση και σεβασμό στη διαφορετικότητα.
Μία βασική διαπίστωση είναι ότι η εύρυθμη λειτουργία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Ένα σχολείο μπορεί να διαθέτει σύγχρονες εγκαταστάσεις και τεχνολογικό εξοπλισμό και παρ' όλα αυτά να δυσλειτουργεί, εάν επικρατούν καχυποψία, έλλειψη συνεργασίας, συγκρούσεις και αίσθημα αδικίας. Μία άλλη διαπίστωση είναι ότι η σχολική μονάδα χρειάζεται μεγαλύτερη υποστήριξη. Η γραφειοκρατική επιβάρυνση, οι ελλείψεις προσωπικού, οι αυξημένες κοινωνικές και παιδαγωγικές ανάγκες και η πολυπλοκότητα των σύγχρονων προβλημάτων μπορούν να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα του σχολείου.
Παράλληλα, χρειάζεται να γίνει αποδεκτό ότι κανένας παράγοντας μόνος του δεν μπορεί να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία. Ούτε ο Διευθυντής, ούτε οι Εκπαιδευτικοί, ούτε οι Γονείς, ούτε η Πολιτεία μπορούν να επιτύχουν χωρίς τη συνεργασία των υπολοίπων.
Η εύρυθμη λειτουργία της σχολικής μονάδας αποτελεί σύνθετο και πολυπαραγοντικό ζήτημα. Δεν εξαρτάται μόνο από την τήρηση κανόνων ούτε μπορεί να εξασφαλιστεί αποκλειστικά μέσω της διοικητικής εξουσίας του διευθυντή. Προϋποθέτει ένα σύστημα σχέσεων και συνεργασιών στο οποίο κάθε εμπλεκόμενος έχει συγκεκριμένο ρόλο και ευθύνη.
Η σύγχρονη προσέγγιση της σχολικής λειτουργίας αναδεικνύει τη σημασία της συνεχούς βελτίωσης. Η σχολική μονάδα καλείται πλέον όχι μόνο να λειτουργεί, αλλά και να αναστοχάζεται πάνω στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί.
Τελικά, εύρυθμο σχολείο είναι το σχολείο στο οποίο οι κανόνες συνδυάζονται με τη δημοκρατία, η διοίκηση με την παιδαγωγική ηγεσία και η ατομική ευθύνη με τη συλλογικότητα και τη βελτίωση.
Κωνσταντίνος Ζαγανάς, Δάσκαλος

