Καρδίτσα: Όταν τα ανθρώπινα χέρια στον κάμπο αντικαθιστούσαν τις μηχανές σε όργωμα, θερισμό και παραγωγή αλευριού από το σιτάρι
- μέγεθος γραμματοσειράς μείωση του μεγέθους γραμματοσειράς αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
- Κατηγορία Παρουσιάσεις
Το κύριο προϊόν που φρόντιζαν να εξασφαλίζουν οι άνθρωποι του θεσσαλικού κάμπου στο παρελθόν, ήταν το σιτάρι, αφού αποτελούσε τη βάση των περισσότερων συνταγών και κύρια του ψωμιού, που ήταν τροφή σύμβολο κάθε πολιτισμού από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Αυτό τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η Βασιλική Κοζιού-Κολοφωτιά, ερευνήτρια Τοπικής Ιστορίας και Λαογραφίας και πρόεδρος του Κέντρου Ιστορικής και Λαογραφικής Έρευνας «Ο ΑΠΟΛΛΩΝ» Καρδίτσας, μέσα από δική της έρευνα που πραγματοποίησε και δημοσιεύεται στο βιβλίο που έχει τίτλο «Καταγραφή και ανάδειξη της αγροτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Καρδίτσας».
«Σε κάποιες δύσκολες εποχές για τον τόπο μας», συνεχίζει, «έσωσε τις ζωές πολλών συνανθρώπων μας, για αυτό υμνήθηκε όσο κανένα άλλο από τη λαϊκή μούσα». Η ίδια έχει καταγράψει και διασώσει πολλά ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία της ευρύτερης περιοχής της Δυτικής Θεσσαλίας. Το σιτάρι, συνεχίζει, «το έσπερναν οι άνθρωποι του κάμπου τον Νοέμβριο στο χωράφι, που ήταν ήδη οργωμένο από την άνοιξη. Μετά το ξαναόργωναν για να σκεπαστεί από κάτω ο σπόρος. Μόλις έμπαινε ο Ιούνιος (θεριστής), οι γεωργοί ετοιμάζονταν για τον θερισμό των σιταριών. Επειδή το σιτάρι έπρεπε να θεριστεί στην ώρα του, δημιουργούσαν κολιγιές με άλλους συγγενείς ή φίλους για να τελειώνουν γρήγορα, πριν πιάσει κάποια μπόρα και χάσουν τη σοδειά τους». Στο χωράφι κατά τον θερισμό, σύμφωνα με την ερευνήτρια, ο καθένας είχε το ρόλο του. Οι κόφτες θέριζαν με τα δρεπάνια και άφηναν πίσω τις χεριές του σιταριού. Οι δεματοποιοί μάζευαν τις χεριές και τις έκαναν δεμάτια δένοντάς τα με βρεγμένα από πριν σιτάρια ή με χωρίδια (βάλτο) που κι αυτά τα είχαν από πριν έτοιμα. Πολλές φορές, αν οι κόφτες, σύμφωνα με τα στοιχεία της εργασίας, δεν άφηναν πίσω προσεκτικά τις χεριές, οι δεματοποιοί αντιδρούσαν, γιατί δυσκολεύονταν στο δεμάτισμα. Από εκεί έμεινε και το «κι αυτός κακό χειρόβολο και εγώ κακά δεμάτια», μια παροιμία που λέγεται και στις μέρες μας.
Κάποιοι άλλοι έβαζαν τα δεμάτια κατά τριάδες ή εξάδες ή σε μεγαλύτερους σωρούς, για να είναι έτοιμα για το φόρτωμα και το κουβάλημα. Το κουβάλημα γινόταν με κάρα που έφεραν δεξιά και αριστερά παραπέτα και χάλπια, για να φορτώνονται όσο το δυνατόν περισσότερα δεμάτια. Επάνω στο κάρο ήταν αυτός που έπαιρνε τα δεμάτια και τα τοποθετούσε σταυρωτά και προπαντός προσεκτικά. Τα δεμάτια τα κάρφωναν καλά με τα δικούλια οι εργάτες και τα σήκωναν ψηλά, για να διευκολύνουν αυτόν που τα παραλάμβανε. Μόλις τελείωνε το φόρτωμα, έδεναν με τριχιές το φορτίο και το μετέφεραν στα αλώνια, ειδική τοποθεσία που διέθετε κάθε χωριό για το θημώνιασμα. Οι κάτοικοι κάθε χωριού, με δύστρες (αξάλες) ετοίμαζαν το αλώνι τους, ώστε να είναι καθαρό. Στη συνέχεια άπλωναν τα δεμάτια και αφού έκοβαν τα σχοινιά, των δεματιών, έβαζαν σε κυκλική κίνηση τα ζώα γύρω από έναν σιδερένιο άξονα, που ήταν μπηγμένος στο κέντρο του κυκλικού αλωνιού πάνω στα δεμάτια του σιταριού (τσιατμάς).
Παλαιότερα, σύμφωνα με την κ. Κοζιού, χρησιμοποιούσαν τα βόδια και αργότερα τα άλογα και τα γαϊδούρια. Οι πολύωρες κυκλικές κινήσεις των ζώων και ιδίως των γαϊδουριών, πολλές φορές ευθύνονταν για την ακράτεια των ούρων και πρόσθεταν μεγάλο μπελά. Μόλις οι καλαμιές τρίβονταν καλά, έμπαιναν οι αδοκάνες, οι οποίες ήταν ξύλινες και έφεραν από το κάτω μέρος σφηνωμένα στο ξύλο μικρά, οδοντωτά, σιδερένια κομματάκια ή μικρές και σκληρές κοφτερές πέτρες (τσιακμακόπετρες). Με το συνεχές γύρισμα της αδοκάνης τα στάχυα τρίβονταν τελείως και γίνονταν άχυρο. Τότε με τα ξύλινα φτυάρια, τα καρπολόια και τα θκούλια (δικούλια) τα μάζευαν σε λαμιά (σωρός), και περίμεναν να φυσήξει ο αέρας, ιδίως λίβας για να το λυχνίσουν και να ξεχωρίσει ο καρπός τους. Ακολουθούσε το δερμόνισμα με μεγάλα δερμόνια και καθαρό πλέον το σιτάρι το έβαζαν σε σακιά, ή το τύλιγαν στα τσιώλια.
Το καθαρό σιτάρι, τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Βασιλική Κοζιού-Κολοφωτιά, το κουβαλούσαν στο σπίτι προς αποθήκευση σε πανύψηλες κόφες ή σε ξύλινα αμπάρια. Καθώς το αποθήκευαν το μετρούσαν με τις βιδούρες, που ήταν ξύλινα στρόγγυλα δοχεία, τα οποία χρησίμευαν ως μονάδα μέτρησης σε σταμπόλια, (1 βιδούρα ήταν 12 σταμπόλια). Από το αποθηκευμένο σιτάρι έπαιρναν το παρασπόρι για την επόμενη χρονιά και το υπόλοιπο το τσουβάλιαζαν, το φόρτωναν στα ζώα και το πήγαιναν στους μύλους για άλεσμα. Φεύγοντας από το μύλο έπαιρναν το αλεύρι, το πολύτιμο για τη διατροφή της οικογένειας, αλλά και τα πίτουρα για τα ζώα που εξέτρεφαν σχεδόν όλες τις οικογένειες.
Αποστόλης Ζώης - ΑΠΕ-ΜΠΕ






