Κρις Σπύρου: Ο Καρδιτσιώτης που τα "έβαλε" με το Μιτ Ρόμνεϊ Κύριο
- μέγεθος γραμματοσειράς μείωση του μεγέθους γραμματοσειράς αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
- Κατηγορία Τοπική Επικαιρότητα
Ο ομογενής πολιτικός που επιτέθηκε λίγο πριν από τις αμερικανικές εκλογές στον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο αποκαλώντας τον ηλίθιο, εμμονικό και ρατσιστή, όταν ο Ρόμνεϊ συνέκρινε την εσωτερική δημοσιονομική πολιτική του Μπαράκ Ομπάμα με εκείνη της Ελλάδας, έχει μια ζωή σαν παραμύθι, πυγμή 18χρονου και ψυχή μικρού παιδιού...
Πορτή Καρδίτσας, επιστροφή στη γενέθλια γη. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1942 έρχεται στον κόσμο ο Χρήστος, το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας του Κώστα Σπύρου. Εννέα μήνες αργότερα οι Ιταλοί καίνε το χωριό: «Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι είναι ένα καλυβάκι μέσα στο δάσος, απέναντι από το μαντρί του παππού μου.
Θυμάμαι να με έχουν δεμένο για να μην τρώω τα περιττώματα από τις κατσίκες, καθώς και τα γουρουνοτσάρουχα που μας φόραγαν για παπούτσια, αλλά και τα πρώτα μας παιχνίδια, που δεν ήταν άλλα από κάλυκες, και φυσικά την πείνα που σου θέριζε κορμί και μυαλό». Ακολουθεί ο Εμφύλιος, με τον τρόμο, την ένδεια και τον θάνατο να βαδίζουν χέρι-χέρι με τον μικρό Χρήστο. Τα μαθήματα γίνονται μέσα σε ένα εκκλησάκι πάνω σε κόκαλα νεκρών, τα παιδιά τραβούν σκουλήκια από τα αφτιά των συμμαθητών τους και το αμερικανικό συσσίτιο τα κρατά ζωντανά με ψαρόλαδο και μπομπότα. Δεκαετία του ’50. Τα μετεμφυλιακά χρόνια είναι γεμάτα φτώχεια, πείνα, καμένη γη και ρημαγμένους ανθρώπους. Μοναδικό όνειρο, η φυγή. Η μητέρα του 12χρονου τότε Χρήστου, γεννημένη στην Αμερική, αποφασίζει να πάρει το μεγαλύτερο παιδί, τον Θανάση, και να φύγουν μακριά. Εναν χρόνο αργότερα ακολουθεί και ο πατέρας τους, ενώ ο μικρός Χρήστος μένει πίσω για να φροντίζει τα δύο μικρότερα αδέλφια του και τη γιαγιά, μέχρι να βρεθούν τα ναύλα: «Η ανάγκη δεν έχει ηλικία. Στα 13 μου ήμουν ο άντρας του σπιτιού και όφειλα να προστατέψω τη γιαγιά, τον μικρό Στέλιο και τη Φρειδερίκη». Εναν χρόνο αργότερα ο Χρήστος μπαίνει στο πλοίο «Ολυμπία» για την Αμερική. «Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα δει ποτέ θάλασσα. Μόνο τη γούρνα στο χωριό ήξερα, γεμάτη βατράχια. Αν φοβόμουν; Τι να φοβηθώ; Μεγάλωσα μέσα σε ναρκοπέδια, οβίδες, όπλα, κομμένα κεφάλια και σκελετούς. Για να φοβηθείς πρέπει να έχεις γνωρίσει μια ασφάλεια κι εγώ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν την είχα αντικρίσει ποτέ», λέει χαρακτηριστικά.
Στη Νέα Υόρκη, ύστερα από 12 ημέρες ταξίδι, τον παραλαμβάνει ο θείος Ευθύμιος, και την επομένη ταξιδεύει με το λεωφορείο 400 χιλιόμετρα για να συναντήσει γονείς και αδελφό στο Μάντσεστερ του Νιου Χαμσάιρ. Ο Χρήστος αισθάνεται ότι πετάει, ότι ζει ένα παραμύθι στην Αμερική, τη χρυσή γη της επαγγελίας. Η προσγείωση στην πραγματικότητα της Αμερικής των μεταναστών δεν αργεί να ξημερώσει και μια ταμπέλα με την επιγραφή «Δεν σερβίρουμε σκύλους (σ.σ.: μαύρους) και Ελληνες» πυρπολεί το χρυσό του όνειρο: «Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1956 γινόμουν 14 ετών, μεγάλη μέρα για μένα αφού το αμερικανικό υπουργείο Εργασίας μού έδωσε άδεια για να δουλέψω. Το πρωί πήγαινα σ’ ένα σχολείο για καθυστερημένα παιδιά, αφού τα αγγλικά μου ήταν ανύπαρκτα, ύστερα δούλευα λαντζέρης σε ένα ρέστοραν και τα Σάββατα λούστρος. Την επόμενη χρονιά που θα πήγαινα στο Γυμνάσιο έπρεπε να δουλέψω full time για να βοηθήσω τους δικούς μου να φέρουν τα δύο μικρότερα αδέλφια μου στην Αμερική, κι έτσι σταμάτησα το σχολείο κι έπιασα δουλειά σ’ ένα παπουτσίδικο».
Διαβάστε τη συνέχεια στο "Αποκλειστικό" ρεπορτάζ από το "Πρώτο Θέμα" της Ρομίνας Ξυδά, εδώ.




