«Θηλυκοί καιροί»: το βιβλίο που μυρίζει πετρέλαιο μηχανής, αρμύρα και ελληνική ψυχή
- μέγεθος γραμματοσειράς μείωση του μεγέθους γραμματοσειράς αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
- Κατηγορία Παρουσιάσεις
- Εκτύπωση
Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζεις στον καναπέ. Και υπάρχουν βιβλία που πρέπει κανονικά να συνοδεύονται με αλάτι στα χείλη, θόρυβο ντίζελ και μια παλιά ψαρόβαρκα δεμένη στο λιμάνι. Οι «Θηλυκοί καιροί» του Ηρακλή Τσιάμαλου ανήκουν ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Αν κάποιος αναρωτιέται πώς θα έμοιαζε ένα μυθιστόρημα γραμμένο κάπου ανάμεσα σε καρνάγιο, καφενείο νησιού, φουρτούνα οκτώ μποφόρ και υπαρξιακή κρίση, Κυριακή βράδυ στο Αιγαίο, η απάντηση βρίσκεται εδώ.
Το βιβλίο έχει κάτι σχεδόν επικίνδυνα αυθεντικό. Δεν προσπαθεί να «παίξει» τον θαλασσινό κόσμο. Τον ξέρει. Και αυτό φαίνεται παντού: στις μηχανές που βήχουν σαν κουρασμένοι άνθρωποι, στα καΐκια που περιγράφονται σαν ζωντανοί οργανισμοί, στις μανούβρες μέσα στα στενά λιμάνια, στις κουβέντες των ψαράδων που είναι πιο κοφτές κι από σκοινί κάβου όταν τεντώνει.
Οι νησιώτες θα διαβάσουν τους «Θηλυκούς καιρούς» και θα νιώσουν ότι κάποιος επιτέλους έγραψε για τη δική τους Ελλάδα. Όχι την Ελλάδα των καρτ-ποστάλ και των influencers με λινά πουκάμισα στα σοκάκια της Μυκόνου. Αλλά την Ελλάδα των λιμανιών, της υγρασίας στα σπίτια, των ανθρώπων που ξέρουν τον καιρό από τη μυρωδιά του αέρα. Είμαστε στην Ελλάδα όπου ένα καΐκι δεν είναι «σκάφος αναψυχής» αλλά οικογενειακή ιστορία, μεροκάματο, έρωτας και περηφάνια μαζί.
Και οι άνθρωποι της ηπειρωτικής Ελλάδας όμως θα αναγνωρίσουν κάτι πολύ οικείο: την αγωνία του ανθρώπου να ξεφύγει από τη μοίρα του, να ανέβει κοινωνικά, να αγαπηθεί, να μη βουλιάξει. Γιατί τελικά το βιβλίο μιλά για όλους τους ταξιδιώτες. Απλώς άλλοι ταξιδεύουν με καΐκι κι άλλοι με ΚΤΕΛ.
Το πιο ανατρεπτικό στοιχείο του βιβλίου ίσως είναι ότι μέσα σε μια εποχή ψηφιακής ταχύτητας και επιφανειακών σχέσεων, τολμά να αφιερώσει χώρο σε πράγματα που μοιάζουν «παλιά»: στη ναυτοσύνη, στη ναυπηγική τέχνη, στην τέχνη του να φτιάχνεις κάτι με τα χέρια σου. Οι περιγραφές για τα ξύλινα σκαριά, τα καρνάγια, τα πανιά και τις μηχανές θυμίζουν ότι η ελληνική ναυτική παράδοση δεν χτίστηκε από εφοπλιστές και κότερα, αλλά από χέρια γδαρμένα και λαδωμένα, με αλάτι και γράσο.
Και μέσα σε όλα αυτά, εμφανίζονται οι γυναίκες του βιβλίου. Όχι σαν «λιμάνι», όπως θα ήθελαν πολλοί ρομαντικοί. Ο τίτλος τελικά είναι ευφυέστερος απ’ όσο φαίνεται στην αρχή.
Οι «Θηλυκοί καιροί» δεν είναι βιβλίο που απλώς διαβάζεται. Είναι βιβλίο που σε ακολουθεί. Σαν τη μυρωδιά της θάλασσας στα ρούχα όταν γυρίζεις από ταξίδι.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο κατόρθωμα για ένα μυθιστόρημα. Να σε κάνει, κλείνοντάς το, να θες είτε να ταξιδέψεις… είτε να τηλεφωνήσεις αμέσως σε κάποιον ή κάποια που σου λείπει.
Μέλπω Λούκα





















