Φωτεινή Βελεσιώτου: «Τα ρεμπέτικα της Κατοχής και της Αντίστασης είναι ένα ζωντανό χρονικό μιας από τις πιο σκοτεινές αλλά και πιο ηρωικές περιόδους της πατρίδας μας» Κύριο
- μέγεθος γραμματοσειράς μείωση του μεγέθους γραμματοσειράς αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
- Κατηγορία Παρουσιάσεις
- Εκτύπωση
Η γνήσια λαϊκή φωνή της Φωτεινής Βελεσιώτου και η παθιασμένη παρουσία της στη σκηνή θα επενδύσει ταιριαστά τα ρεμπέτικα τραγούδια που θα ακουσθούν το Σάββατο 24 Οκτωβρίου, στο Ολύμπια Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας» στο πλαίσιο της μουσικής επετειακής εκδήλωσης «Τα ρεμπέτικα της Κατοχής και της Αντίστασης», που παρουσιάζει το Εργαστήρι Ελληνικής Μουσικής Δήμου Αθηναίων, με τη συμμετοχή κι ενός άλλου πηγαίου ερμηνευτή του ρεμπέτικου τραγουδιού, του Μπάμπη Τσέρτου.
Μια μουσική εκδήλωση πολύτιμη, γιατί υπενθυμίζει πως το τραγούδι και μάλιστα το λαϊκό, πέρα από τη διασκέδαση, διαδραματίζει συνάμα κι έναν άλλο σημαντικό ρόλο, ιδιαίτερα σε δύσκολες εποχές όπως ήταν εκείνες που βίωσε στην Κατοχή ο ελληνικός λαός. Η μελωδία, σε όποιον τόνο κι εάν αναπέμπεται, με την «ένθεη» όπως έλεγε κι ο Πλάτωνας στον «Ίωνα» ιδιότητά της, κατορθώνει πάντα να συνεγείρει, να εμψυχώνει και να παρηγορεί τον άνθρωπο και τον ψυχισμό του σε περιστάσεις πίεσης. Και τα χρόνια της Κατοχής το απέδειξαν, καθώς ο τυραννισμένος Έλληνας, πέρα από την Αντίσταση στους δρόμους και τα βουνά, είχε βρει καταφύγιο σ' εκείνα τα σκοτεινά χρόνια στο θέατρο, την επιθεώρηση, τη μουσική σε όσα λαϊκά κέντρα λειτουργούσαν και μπορούσε μέσα στην πείνα του ο κόσμος να διασκεδάσει τη ζοφερή πραγματικότητα και την καταπίεση που τον τύλιγαν καθημερινά.
Με την ευκαιρία της παρουσίασης αυτής ενός ρεπερτορίου που εν πολλοίς έχει παραμείνει άγνωστο στο ευρύ κοινό και σπάνια κάποια από τα πολύτιμα τούτα ιστορικά τεκμήρια εκτελούνται στους χώρους διασκέδασης, η Φωτεινή Βελεσιώτου δέχθηκε να μιλήσει στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και τον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο για τη σημασία της εκδήλωσης, αλλά κυρίως για το μουσικό και ιστορικό βάρος που κληροδοτούν αυτά τα «αποσιωπημένα» δισκογραφικά τραγούδια. Εξάλλου, η άποψη του ερμηνευτή, της καρδιάς και της φωνής που αποτελούν το έμψυχο αντηχείο είναι πάντα η καταλληλότερη να μεταδώσει το νόημα και τη σημασία του υλικού αυτού.
Έτσι κι η Φωτεινή Βελεσιώτου καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ποιός ήταν ο λόγος που επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα ρεμπέτικα και γιατί η ίδια δέχθηκε να τα τραγουδήσει: «Για μένα το ρεμπέτικο είναι βίωμα, είναι η ίδια η ιστορία και η ψυχή του λαού μας. Όταν μου έγινε η πρόταση για αυτό το αφιέρωμα, ανταποκρίθηκα με μεγάλη χαρά, γιατί αρκετά από αυτά τα τραγούδια τα κουβαλάω μέσα μου. Τα ρεμπέτικα της Κατοχής και της Αντίστασης είναι ένα ζωντανό χρονικό μιας από τις πιο σκοτεινές αλλά και πιο ηρωικές περιόδους της πατρίδας μας. Εκφράζουν την πείνα, τη φτώχια, τον φόβο, τον πόνο, τα βάσανα, τις αγωνίες, αλλά ταυτόχρονα και το ανυπότακτο πνεύμα του ανθρώπου που παλεύει για την ελευθερία του», μας τονίζει η διαλεχτή ερμηνεύτρια.
Η ίδια επίσης διαβλέπει και μία διαχρονική επικαιρότητα στα τραγούδια αυτά, που παρά τη στενή ιστορική τους ταύτιση, ακόμη μπορούν να μιλήσουν στις καρδιές του κοινού. «Είναι βαθύτατα επίκαιρα, διότι οι δοκιμασίες της κοινωνίας μπορεί να αλλάζουν κατά περιόδους, αλλά η ανάγκη του ανθρώπου για αντίσταση, για δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και αλληλεγγύη παραμένει η ίδια», μας λέει η Φ. Βελεσιώτου.
Ιδιαίτερα στέκεται στη σημασία που έχουν αυτά τα συγκεκριμένα τραγούδια στην Ιστορία του ρεμπέτικου: «Τα τραγούδια αυτά αποτελούν έναν πολύτιμο θησαυρό. Στην Ιστορία του ρεμπέτικου σηματοδοτούν τη στιγμή που το είδος αυτό πέρασε από το περιθώριο στην καρδιά της κοινωνικής πραγματικότητας. Μουσικά διατηρούν τον ίδιο αυθεντικό δρόμο και τη λιτότητα των ρεμπέτικων, όμως στιχουργικά γίνονται η άμεση καταγραφή των γεγονότων τη στιγμή που συνέβαιναν».
Η ίδια μάλιστα εξηγεί σαφέστατα γιατί τα τραγούδια τούτα, ενώ μουσικά είναι συναφή με τα υπόλοιπα, δεν έχουν τραγουδηθεί όπως έπρεπε: «Ο βασικός λόγος που δεν τραγουδήθηκαν όσο τους άξιζε είναι ότι στα χρόνια της Κατοχής η δισκογραφία είχε σταματήσει εντελώς. Τα τραγούδια λοιπόν, δεν δισκογραφήθηκαν τότε που γράφτηκαν, αλλά ταξίδεψαν από στόμα σε στόμα. Αργότερα, για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους ή λόγω λογοκρισίας, πολλά από αυτά έμειναν στην άκρη. Είναι χρέος μας, κατά τη γνώμη μου, να τα φέρνουμε στο φως και να δίνουμε βήμα σε αυτά τα τραγούδια».
Για την καταξιωμένη τραγουδίστρια, η ύπαρξη αυτών των κομματιών αποδεικνύει πόσο το ρεμπέτικο βρισκόταν κοντά στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων της εποχής κι εξέφραζε τους πόνους, τους πόθους και τις προσδοκίες τους και γι' αυτό έπαψε να είναι το περιθωριακό είδος που ήταν στην αρχή. «Το ρεμπέτικο ήταν ανέκαθεν η φωνή των αδικημένων, των βιοπαλαιστών, εκείνων που δεν είχαν άλλο τρόπο να εκφράσουν τον πόνο και την ελπίδα τους. Αυτός είναι και ο λόγος που αγγίζει κάθε γενιά. Οι κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν, αλλά η ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και η ανάγκη για διέξοδο από τα καθημερινά αδιέξοδα παραμένουν ίδιες» επισημαίνει.
'Αλλωστε, για τον ίδιο λόγο κατά την ίδια το ρεμπέτικο συνεχίζει και σήμερα να αντιπροσωπεύει τις ίδιες ψυχικές και κοινωνικές συνθήκες, παρότι έχει παγιωθεί σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο. «Δεν θεωρώ ότι το ρεμπέτικο έχει μείνει στάσιμο. Μπορεί να έχει διαμορφώσει έναν συγκεκριμένο, αναγνωρίσιμο χαρακτήρα και ορθώς, γιατί αυτή είναι η ταυτότητά του, αλλά παραμένει ζωντανός οργανισμός. Όσο υπάρχουν νέοι άνθρωποι που το πιάνουν στα χέρια τους, το τραγουδούν στις ταβέρνες, στα στέκια και στις συναυλίες με σεβασμό και φρέσκια ματιά, το ρεμπέτικο εξελίσσεται και παραμένει επίκαιρο» δηλώνει.
Μοιραία, η συζήτηση για τη σημερινή μουσική πραγματικότητα, οδηγεί στην μεγάλη συζήτηση, αν και κατά πόσον, το σύγχρονο λαϊκό και δημοφιλές τραγούδι, ως εξέλιξη και της ρεμπέτικης παράδοσης, εξακολουθεί να εκφράζει το ίδιο βάθος των συναισθημάτων με άλλοτε ή εάν έχει αλλοτριωθεί από τη μουσική βιομηχανία κι αυτή της κατανάλωσης. Η Φωτεινή Βελεσιώτου, με τη μακρά πορεία της και πείρα στον χώρο έχει σαφή και απόλυτα εμπεριστατωμένη άποψη στο θέμα: «Το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι είναι η φυσική εξέλιξη του ρεμπέτικου και της μεγάλης μας ρεμπέτικης παράδοσης. Πάτησε πάνω στους δρόμους και στο βίωμα του ρεμπέτικου για να εκφράσει τις ανάγκες της κοινωνίας. Από εκεί και πέρα, είναι αλήθεια ότι στις μέρες μας η βιομηχανία της μουσικής και η λογική της γρήγορης κατανάλωσης έχουν επηρεάσει αρνητικά το τοπίο. Πολύ συχνά βλέπουμε τραγούδια αναλώσιμα, φτιαγμένα με συνταγές για να γίνουν επιτυχίες της μιας σεζόν, χωρίς ουσιαστικό στίχο και χωρίς βάθος». Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι ολωσδιόλου απαισιόδοξα, μας διαβεβαιώνει η ίδια. «Δεν θέλω να είμαι τόσο απόλυτη. Υπάρχουν ακόμη σπουδαίοι δημιουργοί, συνθέτες και στιχουργοί, καθώς και νέοι καλλιτέχνες που αντιστέκονται και επιμένουν στο καλό τραγούδι. Το λαϊκό τραγούδι μπορεί να πιέζεται από τους κανόνες της αγοράς, αλλά η αληθινή τέχνη πάντα βρίσκει τον δρόμο της» τονίζει.
Βέβαια, σήμερα ένας τραγουδιστής που ασχολείται με το ρεμπέτικο δεν είναι και τόσο βέβαιο ότι μπορεί να έχει πρόσβαση σε δισκογραφικές παραγωγές και σε μεγάλες μουσικές σκηνές κι αυτή είναι μία πραγματικότητα που η Φ. Βελεσιώτου την αναγνωρίζει. «Ποτέ δεν ήταν εύκολο και σίγουρα δεν είναι ούτε σήμερα», μας εμπιστεύεται η ίδια. «Οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες και τα μέσα ενημέρωσης συχνά προτιμούν πιο εμπορικά και εύπεπτα είδη. Όσοι υπηρετούμε αυτό το είδος γνωρίζουμε ότι βαδίζουμε σε έναν πιο δύσκολο δρόμο, που απαιτεί επιμονή, υπομονή και αφοσίωση. Όμως, η μεγαλύτερη χαρά για έναν καλλιτέχνη είναι η αγάπη του κόσμου. Όταν ο κόσμος έρχεται στις μουσικές σκηνές και τους χώρους των συναυλιών για να ακούσει αυτή τη μουσική, αποδεικνύει ότι η ανάγκη για αυθεντικότητα είναι μεγάλη» σημειώνει.
Αναπόφευκτα η συζήτηση με μία τόσο μεγάλη και περιζήτητη ερμηνεύτρια θα στραφεί και στα δικά της σχέδια για την επόμενη σεζόν, εάν ετοιμάζει κάποιον νέο δίσκο, μία νέα συνεργασία, καινούργια σειρά από συναυλίες. «Αυτή τη στιγμή η σκέψη μου είναι σε αυτό το ιδιαίτερο και συγκινητικό αφιέρωμα στα ρεμπέτικα της Κατοχής και της Αντίστασης στις 24 του Οκτώβρη στο Ολύμπια Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», μαζί με τον εξαιρετικό συνάδελφο Μπάμπη Τσέρτο, το Εργαστήρι Ελληνικής Μουσικής του Δήμου Αθηναίων και υπό τη μουσική διεύθυνση του 'Αγγελου Ηλία. Είναι μια δουλειά που την ετοιμάζουμε με τεράστιο σεβασμό», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, αλλά παράλληλα μας αποκαλύπτει πως σε συνδυασμό με την παράσταση αυτή, σχεδιάζει τις επόμενες ζωντανές εμφανίσεις της στη "Ράδιο Μουσική Σκηνή" στο Γκάζι, τα Σάββατα του Δεκέμβρη και του Γενάρη αλλά και εμφανίσεις στην επαρχία. «Η επαφή με τον κόσμο είναι για μένα η κινητήριος δύναμη. Υπάρχουν επίσης στα σκαριά νέα τραγούδια και συνεργασίες με ανθρώπους που μοιραζόμαστε το ίδιο μεράκι, τα οποία θα ανακοινώσουμε μόλις ολοκληρωθούν» αναφέρει.
πηγη: ΑΠΕ-ΜΠΕ

















