Δολοφονία και όχι αυτοκτονία ο θάνατος 31χρονου Λαρισαίου σύμφωνα με το "Τούνελ" της Αγγ. Νικολούλη Κύριο
- μέγεθος γραμματοσειράς μείωση του μεγέθους γραμματοσειράς αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
- Κατηγορία Λάρισα
- Εκτύπωση
Σοκαριστικές αποκαλύψεις και ένταση στην πρεμιέρα της τηλεοπτικής σεζόν του «Τούνελ» την Παρασκευή 27 Οκτωβρίου.
Η εκπομπή ερεύνησε σε βάθος μία υπόθεση που σπάνια συναντά κανείς και έφερε τα πάνω – κάτω σε Αυστρία και Ελλάδα.
Η «αυτοκτονία» ενός νεαρού πατέρα ήταν σκηνοθετημένη για να καλύψει μια άγρια δολοφονία…
Το θρίλερ του Δημήτρη Σαράντη 31 χρόνων από τη Λάρισα, διαδραματίστηκε στη Βιέννη και αποκαλύφθηκε στην Ελλάδα. Η εκταφή του πτώματος που ζήτησαν οι συγγενείς του, έφερε στο φως όλα όσα κάποιοι ήθελαν να καλύψουν. Χτυπήματα στο κεφάλι, ένεση με υπερβολική δόση θανατηφόρας ουσίας και μια θηλιά στο λαιμό μετά θάνατον…
Ο Δημήτρης έφυγε από την Ελλάδα της κρίσης και βρέθηκε με τη νεαρή σύντροφο του στην Αυστρία, για μια καλύτερη ζωή.
Τα απειλητικά μηνύματα, η απόλυση του ίδιου και της εγκύου γυναίκας του, το σκοτεινό πάρκινγκ, τα ξηλωμένα καθίσματα του αυτοκινήτου, ένα σχοινί δεμένο στη χειρολαβή, αντιφάσεις και ανατροπές, είναι μερικά από τα απίστευτα γεγονότα που ακολούθησαν…
Το μπερδεμένο κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται όταν τον περασμένο Μάρτιο στην παρουσίαση του βιβλίου της Αγγελικής Νικολούλη στη Λάρισα, ακούστηκε ξαφνικά μέσα στο πλήθος η φωνή ενός άγνωστου τότε άνδρα.
«Θέλετε να γράψετε ένα ακόμα βιβλίο; Αρκεί να σας πω την ιστορία του παιδιού μου…»
Αργότερα ο ίδιος αποκάλυπτε στη δημοσιογράφο την ανατριχιαστική υπόθεση του γιου του…
Ο Δημήτρης πατέρας ενός νεογέννητου αγοριού, ζούσε τα τελευταία δύο χρόνια με την οικογένεια του στην πόλη Μέντλινκ προάστιο της Βιέννης και εργαζόταν ως σεφ σε ελληνικό εστιατόριο με τη γυναίκα του βοηθό στην κουζίνα. Σύμφωνα με τη σύζυγο του, την Κυριακή 3 Απριλίου 2016 έφυγε με το αυτοκίνητο του για την αγορά όπως συνήθιζε, αλλά δεν επέστρεψε.
Δύο μέρες αργότερα βρέθηκε νεκρός από τους φίλους του και τη γυναίκα του μέσα στο αυτοκίνητο του, σε πάρκινγκ αθλητικού κέντρου της περιοχής όπου έμενε. Γύρω από το λαιμό του ήταν περασμένο ένα σχοινί που ήταν δεμένο στην χειρολαβή της πίσω πόρτας.
Οι Αυστριακές Αρχές θεώρησαν πως επρόκειτο για αυτοκτονία. Έκλεισαν άρον – άρον την υπόθεση χωρίς την απαιτούμενη έρευνα και έστειλαν «πακέτο» τον νεκρό νέο πίσω στην Ελλάδα, δίχως να διενεργήσουν νεκροτομή.
Η οικογένεια του δεν πείστηκε ότι ο Δημήτρης αυτοκτόνησε και ζήτησε την βοήθεια του καθηγητή Ιατροδικαστικής Ματθαίου Τσούγκα. Με καθυστέρηση επτά μηνών πραγματοποιήθηκε εκταφή της σορού του με εντολή Εισαγγελέα. Τα ευρήματα έφεραν την ανατροπή…
Το «Τούνελ» ζήτησε από την Αυστριακή αστυνομία απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα. Σ’ ένα έγγραφο που εστάλη στην εκπομπή, αναφέρεται πως δεν προέκυψε στην υπόθεση καμία υπαιτιότητα τρίτου ατόμου όπως διαπιστώθηκε και από την γιατρό που βεβαίωσε το θάνατο του Δημήτρη Σαράντη. Χαρακτηριστικά αναγράφεται στην απάντηση πως η υπόθεση αυτή, έχει κλείσει για την Αστυνομία της Κάτω Αυστρίας.
«Βεβαίωσα τον θάνατο, δεν έκανα νεκροτομή…»
Το «Τούνελ» επικοινώνησε με την γιατρό που υπέγραψε τη βεβαίωση θανάτου του Δημήτρη Σαράντη στην Αυστρία.
Η παθολόγος ανέφερε πως το όνομα της αναγράφεται στο έγγραφο καθώς ήταν εκείνη που απλώς διαπίστωσε τον θάνατο του. ‘Όπως εξήγησε, η ίδια δεν είναι αρμόδια να διενεργήσει νεκροψία- νεκροτομή και αν είχε διαταχθεί κάτι τέτοιο από τον Εισαγγελέα, αυτό θα γινόταν σε νοσοκομείο της Βιέννης.
« Όταν φτάνει στον τόπο του θανάτου η αστυνομία το αναλαμβάνει αυτή. Αν είναι της άποψης ότι δεν υπάρχει υπαιτιότητα τρίτου, τότε εκκινούνται οι συνήθεις ακόλουθες διαδικασίες ταφής του πτώματος» τόνισε χαρακτηριστικά.
Σε σχετικό ερώτημα της εκπομπής, το Ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών απάντησε πως ο ρόλος του Προξενείου της Ελλάδας στη Βιέννη σε τέτοιες υποθέσεις, είναι διεκπεραιωτικός. Περιορίζεται στην έκδοση ληξιαρχικής πράξης θανάτου, αποστολής της πράξης αυτής στο ειδικό ληξιαρχείο και αποστολή της σορού στην Ελλάδα. Το πτώμα του άτυχου νέου ταριχεύτηκε σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και μεταφέρθηκε στην Λάρισα οδικώς.
«Δεν σκέφτηκα να ειδοποιήσω την Αστυνομία…»
Με ήρεμη φωνή και χωρίς να φαίνεται το πρόσωπο της, η χήρα του Δημήτρη Σαράντη περιέγραψε στον ρεπόρτερ της εκπομπής τι συνέβη τη μοιραία μέρα που έχασε μυστηριωδώς τη ζωή του.
Ήταν Κυριακή 3 Απριλίου 2016. Εκείνο το πρωί ξεκίνησε για να πάει σε μια αγορά μεταχειρισμένων αντικειμένων όπως συνήθιζε. Γύρω στις τρεις και μισή το μεσημέρι, της έστειλε ένα γραπτό μήνυμα μέσω Viber, στο κινητό της τηλέφωνο. Το μήνυμα το έσβησε, αλλά όπως είπε ο Δημήτρης της έγραψε «πως δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο, να προσέχει το λατρεμένο τους γιο και πως κανείς δεν την έχει αγαπήσει όπως αυτός. Τέλος την παρακαλούσε να πληρώσει τα χρέη τους».
Όπως εξήγησε στην εκπομπή, χρωστούσαν σε τρία διαφορετικά άτομα χρήματα, αλλά κανείς δεν πίεζε τον νεαρό πατέρα να αποπληρώσει άμεσα.
Λίγη ώρα αργότερα την κάλεσε ο φίλος τους. Της είπε πως είχε στείλει και σε εκείνον ένα μήνυμα που τον ανησύχησε και της πρότεινε να βρεθούν για να «δουν τι θα κάνουν».
«Βγήκα με το μωρό για να τον ψάξω σε διάφορα μέρη γύρω από το σπίτι. Μόλις επέστρεψα βρήκα τον φίλο του να με περιμένει. Εκείνος δεν ήθελε να με στεναχωρήσει και δεν μου αποκάλυψε το περιεχόμενο του μηνύματος που είχε λάβει. Τότε ξεκίνησα να τον καλώ στο τηλέφωνο, αλλά το κινητό του ήταν κλειστό. Ο φίλος του έφυγε για τη δουλειά του και από εκείνη την ώρα ήμασταν συνεχώς σε επικοινωνία» ανέφερε.
Σε σχετική ερώτηση του δημοσιογράφου απάντησε πως δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Δημήτρης της έστειλε ένα τέτοιο μήνυμα. Τελευταία φορά έλαβε ένα ανάλογο που έδειχνε τάσεις αυτοκαταστροφής, δύο εβδομάδες πριν χαθεί.
«Συνήθως το έκανε μετά από κάποιον καυγά. Έφευγε, μετά ηρεμούσε, επέστρεφε στο σπίτι και όλα ήταν καλά…» τόνισε.
Όπως είπε, αν και ο Δημήτρης θεωρούνταν αγνοούμενος για μιάμιση μέρα, ούτε η ίδια, ούτε ο φίλος του σκέφτηκαν να δηλώσουν την εξαφάνιση του στην αστυνομία, ή να ενημερώσουν τους γονείς και τα αδέλφια του στη Λάρισα.
«Την επόμενη μέρα, συνεννοηθήκαμε με δυο φίλους να νοικιάσουμε ένα αμάξι για να ψάξουμε να τον βρούμε. Την ώρα όμως που τελείωσαν από τις δουλειές τους δεν μπόρεσαν να βρουν κάποιο γραφείο ανοιχτό. Έτσι πήρα στο τηλέφωνο έναν άλλο φίλο που είχε αυτοκίνητο και δουλεύαμε παλιότερα μαζί, για να μας βοηθήσει. Εκείνος υποσχέθηκε να έρθει το βράδυ μετά τη δουλειά του».
Έτσι κι έγινε. Γύρω στη μία τη νύχτα οι φίλοι του Δημήτρη και η σύζυγος του βγήκαν στους δρόμους για να τον ψάξουν. Όπως ισχυρίστηκε στο «Τούνελ» αρχικά πήγαν σε εστιατόρια και μαγαζιά. Καθώς επέστρεφαν προς το σπίτι, αποφάσισαν να ψάξουν στα δύο μεγάλα πάρκινγκ που βρίσκονταν δεξιά και αριστερά του δρόμου κοντά στο διαμέρισμα που έμεναν και που δεν είχαν ελέγξει πρωτύτερα. Στο πρώτο που μπήκαν, είδαν το αμάξι του.
Το σκούρο πράσινο Volkswagen βρισκόταν στην άκρη του πάρκινγκ ενός αθλητικού κέντρου. Από τα φιμέ τζάμια του δεν μπορούσαν να διακρίνουν αν ο Δημήτρης ήταν μέσα στο αυτοκίνητο.
«Πρώτα πλησίασε ο φίλος του. Μας είπε ότι είδε κάτι σχοινιά… Γύρισε και μας ζήτησε να μπούμε μέσα στο αμάξι, για να πάμε γρήγορα στην Αστυνομία. Εμένα με άφησε σπίτι και πήρε την γυναίκα του που μιλούσε αγγλικά μαζί του.
Διαβάστε περισσότερα στο anikolouli.gr














